Category Archives: Εφευρέσεις

Καλλυντικά: Ιστορική Αναδρομή

Καλλυντικά: Ιστορική Αναδρομή

shutterstock_100114979

Ο όρος «μακιγιάζ» είναι ξενόγλωσσος και έχει επικρατήσει διεθνώς χωρίς να μεταφράζεται. Προέρχεται από το γαλλικό ρήμα «maquiller» που σημαίνει μεταβάλλω, αλλοιώνω. Ο ελληνικός όρος που μπορεί να τον αντικαταστήσει είναι «ψιμυθίωση». Προέρχεται από το ψιμύθιο, κοινή ονομασία του ανθρακικού μολύβδου. Τον ανθρακικό μόλυβδο σε μορφή λευκής σκόνης τον χρησιμοποιούσαν στην αρχαία Ελλάδα για τη λεύκανση της επιδερμίδας και ήταν γνωστός ως τμίμη ή στίβη. Σήμερα που τα υλικά του μακιγιάζ ποικίλουν, συνηθίζεται να λέγονται ψιμύθια και τα έγχρωμα υλικά και κυρίως αυτά που είναι σε μορφή σκόνης.

 

Αρχαία Ελλάδα:

Το μακιγιάζ των αρχαίων Ελληνίδων εδραιώθηκε από τον 5ο αιώνα πΧ. και ήταν διακριτικό. Κύριο γνώρισμα του ήταν η ισορροπία των χαρακτηριστικών του προσώπου συνδυασμένη με τη φυσική απλότητα. Το χρώμα του δέρματος ήταν φωτεινό για να αντανακλά την καθαρότητα της ψυχής. Η φωτεινότητα επιτυγχάνονταν με το άπλωμα ανθρακικού μολύβδου, υλικό καταστρεπτικό για το δέρμα γι αυτό και αργότερα αντικαταστάθηκε με υλικά λιγότερο καταστρεπτικά.  Η τοποθέτηση γινόταν προσεκτικά, έτσι ώστε το δέρμα να φαίνεται φυσικό και όχι ψεύτικο.

Τα μάγουλα τονίζονταν ελαφρά με απαλό κόκκινο χρώμα, το οποίο προερχόταν από τους καρπούς, τα λουλούδια και μερικές φορές τις ρίζες διαφόρων φυτών, ενώ τα χείλη τους τα χρωμάτιζαν στην ίδια απόχρωση με το ρουζ. Τα κραγιόν της εποχής φτιάχνονταν από βερνίλιο και φυτικές ουσίες όπως φύκια και μούρα. Οι γυναίκες που είχαν καλή φήμη φορούσαν το κραγιόν με καλόγουστο και κομψό τρόπο, ενώ αντίθετα οι ιερόδουλες έβαφαν τα χείλη τους με πιο έντονα χρώματα. Τα μάτια περιγράφονταν με λεπτή μαύρη γραμμή και το πάνω βλέφαρο καλυπτόταν με μαύρη σκιά, ή με κοκκινωπό καφέ, ενώ με πράσινο φωτιζόταν η περιοχή του τόξου των φρυδιών. Οι βλεφαρίδες βάφονταν μαύρες, αν ήταν άτονες, ή απλά γυαλίζονταν και έπαιρναν σταθερό σχήμα με ένα μίγμα που φτιαχνόταν από ασπράδι αυγού, ρετσίνι και αμμωνία. Τα φρύδια τονίζονταν με μαύρο χρώμα από καπνιά. Τα μαλλιά. Όταν άσπριζαν τα έβαφαν και οι γυναίκες και οι άνδρες. Ιδιαίτερη προτίμηση υπήρχε στο ξανθό χρώμα των μαλλιών που για το αποκτήσουν συχνά υπέβαλλαν σε ταλαιπωρία τα μαλλιά τους αλλά και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Πίστευαν πως οι ακτίνες του ήλιου ξάνοιγαν το χρώμα των μαλλιών τους και γι’ αυτό το λόγο αφού τα έλουζαν με κάποιο ειδικό καλλυντικό προϊόν, φτιαγμένο στην Αθήνα, κάθονταν μια ώρα περίπου στον ήλιο με ακάλυπτο κεφάλι για να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα..

 

Αρχαία Ρώμη:

Στην αρχαία Ρώμη η κοινωνική καταξίωση ερχόταν μέσα από τον πλούτο και την επίδειξή του. Το μακιγιάζ, αναπόσπαστο μέρος της εμφάνισης των γυναικών, ήταν βαρύ και υπερβολικό. Το δέρμα φαινόταν σχεδόν άσπρο και όχι απλά φωτεινό. Στα μάγουλα τοποθετούνταν έντονο, κόκκινο χρώμα. Οι βλεφαρίδες βάφονταν έντονα μαύρες και συχνά προστίθονταν ψεύτικες. Τα φρύδια βάφονταν και αυτά μαύρα και παχιά, πολλές φορές αποτριχώνονταν και στη θέση τους σχηματίζονταν άλλα, επίσης, μαύρου χρώματος. Τα χείλη βάφονται με έντονο, κόκκινο χρώμα. Την εμφάνιση συμπληρώνουν περίτεχνες κομμώσεις. Κότσοι, μπούκλες και κοτσίδες ήταν πολύ συνηθισμένα. Πάνω στα μαλλιά στερεώνονταν στολίδια και κοσμήματα.

 

Αρχαία Αίγυπτος:

Το μακιγιάζ στην αρχαία Αίγυπτο είχε διπλή σκοπιμότητα. Από τη μία να προβάλλει και να ομορφύνει το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά του και από την άλλη να προστατεύσει το δέρμα από την επίδραση του καυτού ήλιου, του αέρα και της σκόνης.

Χαρακτηριστικό ήταν η έντονη αλλά ταυτόχρονα αρμονική χρήση χρωμάτων και η πολύπλοκη τεχνική του. Οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν ανοιχτότερου χρώματος καλυπτικό, για να δείξουν ότι δεν είχαν μείνει στον ήλιο, ενώ οι άνδρες χρησιμοποιούσαν καλυπτικό στο χρώμα του δέρματος. Μερικές φορές οι γραμμές του περιγράμματος των ματιών ενώνονταν λίγο πιο έξω από την εξωτερική γωνία στους κροτάφους σχηματίζοντας μαύρο μικρό τρίγωνο με τη βάση του προς τα έξω και την κορυφή του να αγγίζει το τελείωμα του περιγράμματος. Στα βλέφαρα απλωνόταν πράσινη ή μπλε σκιά, ενώ συνηθισμένη ήταν η σχεδίαση έντονης πράσινης ή μπλε οριζόντιας γραμμής στη μέση του πάνω βλεφάρου, που έσβηνε στους κροτάφους. Τα φρύδια τονίζονταν με μαύρο χρώμα, σχηματίζονταν παχιά και με καθοδική φορά στην εξωτερική πλευρά τους. Τα χείλη περιγράφονταν έντονα με πολύ σκούρο καφέ ή μαύρο χρώμα που έσβηνε σταδιακά προς το εσωτερικό τους, στην επιφάνειά τους τοποθετούσαν σκούρο κόκκινο χρώμα. Στα μάγουλα, επίσης, χρησιμοποιούσαν σκούρο κόκκινο χρώμα σε συνδυασμό με τα χείλη. Τα μαλλιά βάφονταν με κόκκινο χρώμα και πολύ συχνά χρησιμοποιούσαν περούκες από άνδρες για γυναίκες.

 

Ινδιάνοι:

Το βάψιμο του προσώπου για τους Ινδιάνους της Αμερικής ήταν σημαντικό μέρος του πολιτισμού τους. Η κάθε φυλή είχε το δικό της τρόπο βαψίματος. Δεν ήταν τόσο πράξη καλλωπισμού, όσο κοινωνικής διάκρισης και θρησκευτικού πνεύματος. Για τις βαφές χρησιμοποιούσαν ρίζες, μούρα και φλοιούς δέντρων. Τα χρώματα είχαν ιδιαίτερη σημασία: το κόκκινο ήταν το χρώμα του πολέμου, το μαύρο το χρώμα της ζωής και το φορούσαν κατά τη διάρκεια πολεμικών προετοιμασιών. Το πράσινο ενίσχυε τη νυχτερινή όραση ενώ το κίτρινο ήταν το χρώμα του θανάτου.

 

Ιαπωνία:
Το παραδοσιακό μακιγιάζ μιας γκέισας αποτελείται από μια παχιά λευκή βάση, με κόκκινο κραγιόν και κόκκινες και μαύρες αποχρώσεις γύρω από τα μάτια και τα φρύδια.

Αρχικά, η λευκή μάσκα βάσης γινόταν με μόλυβδο, αλλά μετά την ανακάλυψη ότι δηλητηρίασε το δέρμα και προκαλούσε τρομερά δερματικά προβλήματα, αντικαταστάθηκε με σκόνη ρυζιού. Το βάψιμο άλλαζε σχετικά ανάλογα με το που θα παρευρίσκονταν αλλά και από την ηλικία τους, μαθητευόμενες ή μεγαλύτερες.

 

Μεσαίωνας:

Στο Μεσαίωνα (476 μ.Χ – 1492 μ.Χ) το μακιγιάζ είναι πολύ απαλό και διάφανο, χωρίς καθόλου ένταση και σκοπό είχε να προβάλλει μόνο τη φυσική λάμψη του ατόμου. Η προσεγμένη εμφάνιση θεωρούνταν αμαρτία και απαγορεύονταν, τουλάχιστον για τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Το μακρόστενο πρόσωπο χωρίς γωνίες θεωρούνταν ιδανικό, γιατί το ύψος του μετώπου προσέδιδε πνευματικότητα. Τα μαλλιά τραβιόνταν προς τα πίσω ή αποτριχώνονταν για την επίτευξη αυτού του στόχου. Τα φρύδια αποτριχώνονταν τελείως, ή σχημάτιζαν λεπτή γραμμή για τον ίδιο στόχο. Το χρώμα του δέρματος ήταν διάφανο-λευκό. Οι μαυρισμένες γυναίκες θεωρούνταν χαμηλότερης κοινωνικής τάξης. Για δέρμα λευκό φορούσαν μπογιά μολύβδου που διαλυόταν στο νερό ή πούδρα. Συχνά προκαλούσαν αιμορραγία στον εαυτό τους για να πετύχουν τη χλωμή επιδερμίδα. Μία από τις πιο δημοφιλείς πούδρες ονομαζόταν “Aqua Tofana”, που ήταν πούδρα αρσενικού. Η πούδρα ήταν δηλητηριώδης και αρκετές γυναίκες έχασαν τη ζωή τους. Τα μάτια τονίζονταν ελαφρά σε αμυγδαλωτό σχήμα, ενώ οι βλεφαρίδες ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Τα χείλη και τα μάγουλα ήταν ελαφρά χρωματισμένα. Πιο έντονο μακιγιάζ έκαναν οι γυναίκες ελευθέρων ηθών.

 

 

18ος – 19ος αιώνας:

Η περίοδος του 18ου αιώνα μπορεί να ονομαστεί και περίοδος της υπερβολής. Το δέρμα του προσώπου καλύπτονταν από παχύ στρώμα άσπρης κρέμας που είχε σαν βάση το άσπρο κερί. Στα μάγουλα τοποθετούνταν έντονο κόκκινο χρώμα σε σχήμα κύκλου αρκετά χαμηλά. Τα φρύδια ήταν φυσικά και ένα διάφανο γυαλιστερό υλικό απλωνόταν στο πάνω βλέφαρο. Τα χείλη βάφονταν έντονα κόκκινα.

Το μόνο χαρακτηριστικό που τονιζόταν ήταν τα μάτια που μεγεθύνονταν με περίγραμμα. Τα φρύδια δεν αποτριχώνονταν καθόλου, ήταν παχιά και τονίζονταν ακόμα περισσότερο με μαύρο χρώμα. Στα μάγουλα και στα χείλη δεν χρησιμοποιούσαν χρώμα. Λέγεται ότι οι γυναίκες αυτής της εποχής δάγκωναν τα χείλη τους και τσιμπούσαν τα μάγουλά τους για να τους δώσουν φυσικό χρώμα.

Τον 18ο αιώνα, ο Λουδοβίκος ο 15ος έκανε «της μόδας» για τους άνδρες να φορούν makeup από μόλυβδο. Επίσης και οι θεατρικοί ηθοποιοί φορούσαν μια βαριά λευκή βάση.

 

 20ος αιώνας:

Την δεκαετία 20΄ και 30΄ το δέρμα ήταν φωτεινό. Τα μάγουλα βάφονταν έντονα κόκκινα. Τα πάνω βλέφαρα γίνονταν σκούρα. Τα φρύδια ήταν λεπτά με ανοδική κλίση. Τα χείλη ήταν στρογγυλεμένα με έντονο κόκκινο χρώμα.

Την δεκαετία 40 τα μάγουλα δεν ήταν πια τόσο κόκκινα και ως προς το σχήμα των χειλιών, δεν ήταν στρογγυλεμένα αλλά μακριά και παχιά.

Την δεκαετία 50 και 60 το χρώμα του δέρματος ήταν φυσικό. Τα μάγουλα ήταν διακριτικά βαμμένα. Στα πάνω βλέφαρα τοποθετούνταν μαύρη γραμμή, στη βάση των βλεφαρίδων, που προεκτείνονταν ανοδικά πέρα από την εξωτερική γωνία του ματιού. Τα φρύδια αποτριχώνονταν σε φυσικό σχήμα. Τα χείλη ήταν μπεζ-ροζ.

Σε αυτές τις δεκαετίες εμφανίσθηκαν οι χίπις. Τα βλέφαρά τους περιγράφονταν με σκούρα σκιά. Οι βλεφαρίδες τονίζονταν. Τα φρύδια συνήθως δεν αποτριχώνονταν. Στα μάγουλα ζωγραφίζονταν λουλούδια και καρδιές. Τα χείλη διατηρούσαν το φυσικό τους χρώμα ή τονίζονταν ελαφρά.

 

Γνωρίζατε ότι…

Το σημερινό make-up βρίσκει τις ρίζες του στον Carl Baudin, ηθοποιό του θεάτρου «Leipzeiger Stalt», της Γερμανίας. Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Baydin ανέπτυξε μια πάστα που άλλαζε το χρώμα του δέρματος, στην προσπάθειά του να αποκρύψει την ένωση μεταξύ της περούκας και το μετώπου του. Αποτελούταν από ψευδάργυρο, ώχρα και το λαρδί. Η κρέμα έγινε τόσο δημοφιλής στους άλλους ηθοποιούς που ο Baudin άρχισε την εμπορική παραγωγή της, δημιουργώντας το πρώτο θεατρικό μακιγιάζ. Αυτό αποτελούσε το θεατρικό make-up μέχρι το 1914.

Το πρώτο εμπορικό make-up δημιουργήθηκε από τη Max-Factor για αρχικά κινηματογραφική χρήση. Ήταν το πρώτο make-up σε μορφή πούδρας και ονομαζόταν «Pan- Cake».  H φόρμουλα της «Pan-Cake» πωλείται μέχρι και σήμερα.

 

Επιμέλεια:  Ευτυχίδη Ρωξάνη

Πηγή:  Βίνος Α (2014),  Μακιγιάζ, ιστορία και εξέλιξη

Εφευρέσεις: Στυλό Διαρκείας

  ΣΤΥΛΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

bic

Το γνωστό σε όλους μας στυλό Bic έχει μεγάλη ιστορία, όμως δεν ήταν το πρώτο που παράχθηκε. Ο δημιουργός του, ο Μαρσέλ Μπιχ, βασίστηκε σε ένα προγενέστερο μοντέλο, που είχε αναπτυχθεί από κάποιον που αναζήτησε ένα καλύτερο τρόπο γραψίματος.

Το πρώτο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για στυλό διαρκείας χορηγήθηκε, το 1888, το οποίο όμως αντιμετώπισε πρόβλημα στο σύστημα τροφοδοσίας με μελάνι. Ακολούθησαν τουλάχιστον 350 ευρεσιτεχνίες, καμία όμως από αυτές δεν κατάφερε να  λύσει το πρόβλημα αυτό.

Τελικά, το πρώτο λειτουργικό στυλό διαρκείας σχεδιάστηκε το 1938 από τον, Λάζλο Μπιρό, ο οποίος είχε απηυδήσει από τις πένες που ήθελαν συνέχεια γέμισμα με μελάνι και είχαν συχνά διαρροές με αποτέλεσμα να λερώνονταν τα χαρτιά του. Επισκεπτόμενος ένα τυπογραφείο, συνέβαλε την ιδέα να χρησιμοποιήσει μελάνι τυπογραφείου στο στυλό, αφού αυτό στέγνωνε γρήγορα και δεν έκανε μουντζούρες. Όμως, το μελάνι ήταν αρκετά πηχτό και τότε ο Μπιρό σκέφτηκε να αντικαταστήσει την πένα με μια μπίλια όπου θα διοχετευόταν το μελάνι.

Το πρώτο στυλό δεν ήταν αρκετά πρακτικό, παρόλα αυτά εντυπωσίασε το πρόεδρο της Αργεντινής, ο οποίος τον κάλεσε μαζί με τον αδερφό του, να επισκεφτούν και να εργαστούν στην Αργεντινή, κάτι που αποδέχτηκαν όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εκεί βρήκαν διάφορους επενδυτές και αργότερα άνοιξαν ένα εργοστάσιο  παραγωγής στυλό. Δύο χρόνια μετά, το στυλό πωλούταν σε όλη τη χώρα, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Την ίδια χρονιά, το στυλό του Μπιρό έφτασε στην Ευρώπη όπου αρχικά βρήκε ανταπόκριση από την Βρετανική Αεροπορία,  καθώς  πίστευε ότι τα νέα στυλό ήταν ιδανικά για τους αεροπόρους.

Τα επόμενα χρόνια, αρκετοί κατασκευαστές στυλό ανά τον κόσμο, υιοθέτησαν έξυπνες διαφημιστικές καμπάνιες, χωρίς όμως να βελτιώσουν αυτό που είχε εφεύρει ο Μπιρό.

Ήταν, όμως, ο Γάλλος επιχειρηματίας Μάρσελ Μπιχ, που έφερε την επανάσταση, παράγοντας τον πρώτο στυλό διαρκείας μας χρήσης, με το όνομα <<Bic>>,  αφού πρώτα είχε αποκτήσει τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας του Μπιρό.  Μέσα σε δύο μόλις χρόνια, το φθηνό και αξιόπιστο μοντέλο του είχε γνωρίσει τρομερή επιτυχία, πουλώντας 21 εκατομμύρια στυλό σε όλο τον κόσμο.

 

Γνωρίζατε ότι ….

Στην Αμερική, ο Μπιρό δεν κατάφερε να προστατέψει την ευρεσιτεχνία του, αφού ένας επιχειρηματίας, αντέγραψε την ιδέα του και εισήγαγε στην αγορά τα πρώτα αμερικάνικα στυλό διαρκείας. Μάλιστα, σε μία προσπάθεια του να πείσει τον κόσμο, ετοίμασε μια επίδειξη στη βιτρίνα ενός πολυκαταστήματος, όπου γνωστή ηθοποιός και κολυμβήτρια καθόταν σε μία γυάλινη δεξαμενή γεμάτη νερό και έγραφε με το στυλό πάνω σε ένα κομμάτι άσπρο πλαστικό. Το κόλπο πέτυχε και την ίδια μέρα ξεπουλήθηκε όλο το εμπόρευμα των 10.000 στυλό, στη τσουχτερή τιμή των 12.50 δολαρίων!

baarobnbbcici3

Επιμέλεια:  Ευτυχίδη Ρωξάνη

Πηγή: Πρωτοπαπαδάκης, Ι (2008), «Ποιος Γελάει Τώρα; Άγνωστες ιστορίες πίσω από εφευρέσεις που άλλαξαν τη ζωή μας», Αθήνα Παπασωτηρίου

Εφευρέσεις: Η Παραμάνα

 

ΠΑΡΑΜΑΝΑ

0517685_1_

Η παραμάνα (<<safety pin>>), μία απλή εφεύρεση με ένα πολύ χρήσιμο μηχανισμό, προϋπήρχε από παλιά. Η σημερινή της όμως μορφή οφείλεται στον Ουώλτερ Χαντ, έναν φτωχό μηχανικό εφευρέτη, ο οποίος κατάφερε να την επινοήσει μέσα σε τρείς μόλις ώρες και με αυτό τον τρόπο να ξεπληρώσει ένα χρέος 15 δολαρίων!

Σύμφωνα με αποδείξεις, η εμφάνιση της συγκεκριμένης εφεύρεσης χρονολογείται πριν από 2.000 χρόνια, από την εποχή των Ρωμαίων, η οποία όμως ξεχάστηκε με τη πτώση της αυτοκρατορίας. Το 1842 ανακαλύφθηκε ένας απλός μηχανισμός από μία καρφίτσα και ένα ανεξάρτητο κομμάτι μετάλλου που ήταν λυγισμένο στην άκρη, το οποίο όμως δεν ήταν πρακτικό.

Αργότερα, το 1849 ο Ουώλτερ Χαντ, ο οποίος είχε πολλές εφευρέσεις στο ενεργητικό του, χρωστούσε 15 δολάρια στους σχεδιαστές που είχαν σχεδιογραφήσει τις πατέντες του. Οι πιστωτές του δεσμεύτηκαν να σβήσουν το χρέος του και να δώσουν 400 δολάρια επιπλέον, αν έβρισκε μία χρήση για ένα κομμάτι σύρμα. Ο Χαντ ασχολήθηκε τρεις ώρες με το κομμάτι σύρματος και το αποτέλεσμα ήταν η κατασκευή της παραμάνας, της οποίας το σχήμα της δεν έχει αλλάξει και πολύ έως σήμερα. Από τη πατέντα αυτή, δεν επωφελήθηκε οικονομικά, καθώς τα δικαιώματα τα παραχώρησε στους πιστωτές του.

Ο Χαντ παρόλο που είχε ένα πολύ εφευρετικό μυαλό και είχε κατασκευάσει πολλαπλές ευρεσιτεχνίες, δεν κατάφερε να γίνει πλούσιος, διότι δεν διέθετε το απαραίτητο επιχειρηματικό πνεύμα. Δυστυχώς, πέθανε φτωχός και ξεχασμένος το 1859, σε ηλικία 63 ετών.

 

Γνωρίζατε ότι:

 

        Κάποιες από τις δεκάδες κατασκευές του Χαντ ήταν ένα επαναλαμβανόμενο ντουφέκι, ένας μηχανισμός για να λειαίνει τα μαχαίρια, μία κόρνα για τις άμαξες, μία θερμάστρα, ένα είδος τακουνιού για μπότες και πάρα πολλά άλλα.

        Η πιο σημαντική όμως εφεύρεσή ήταν εκείνη της ραπτομηχανής. Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε δύο κλωστές και βελόνες με τρύπα στην κορυφή. Δεν την κατοχύρωσε όμως ούτε αυτή την εφεύρεση, καθώς πίστευε ότι αν γινόταν αυτό θα απειλούνταν η βιωσιμότητα των ραπτριών.

Επιμέλεια:  Ευτυχίδη Ρωξάνη

Πηγή: Πρωτοπαπαδάκης, Ι (2008), «Ποιος Γελάει Τώρα; Άγνωστες ιστορίες πίσω από εφευρέσεις που άλλαξαν τη ζωή μας», Αθήνα Παπασωτηρίου

Εφευρέσεις – Ακτίνες Χ

d1Ακτίνες Χ: μία επαναστατική εφεύρεση που ανακαλύφθηκε τυχαία

 

Τον Νοέμβριο του 1895 ο Βίλχελμ Κόνραντ Ρέντγκεν,  γερμανός καθηγητής φυσικής, έκανε διάφορα πειράματα με καθοδικές ακτίνες ρεύματος υψηλής τάσης και παρατήρησε πως ένα κρυστάλλινο αντικείμενο πάνω στο γραφείο του φωσφόριζε όταν έπεφταν πάνω οι ακτίνες. Ξεκίνησε τα πειράματα διαπιστώνοντας πως όποιο αντικείμενο παρεμβαλλόταν ανάμεσα στην οθόνη του κρυστάλλου και στο σωλήνα γινόταν διάφανο, καθώς οι ακτίνες το διαπερνούσαν χωρίς πρόβλημα.

Ο Ρέντγκεν ονόμασε την ανακάλυψή του “Ακτίνες X”, καθώς δεν γνώριζε ακόμη τι ακριβώς ήταν και χρησιμοποίησε το επιστημονικό σύμβολο για τον άγνωστο παράγοντα (Χ). Έπειτα από ένα μικρό διάστημα πειραματισμών ανακάλυψε τον τρόπο ώστε να μπορεί να φωτογραφίσει οτιδήποτε διαπερνούσαν οι ακτίνες. Είχε μόλις γεννηθεί η ακτινογραφία, διαδικασία η οποία θα έδινε αργότερα σημαντική ώθηση στην ιατρική διάγνωση και θα χάριζε στον Ρέντγκεν το πρώτο βραβείο Νόμπελ το 1901!

Στις 22 Δεκεμβρίου έβγαλε ακτινογραφία τη παλάμη της συζύγου του όπου φαινόταν ξεκάθαρα το γαμήλιο δαχτυλίδι και τα οστά των δακτύλων της, ενώ μία εβδομάδα αργότερα παρουσίασε τα ευρήματα του στο ιατρικό συνέδριο. Με αυτή την ανακάλυψη θα έδινε τη δυνατότητα στους ιατρούς να βλέπουν εσωτερικά το σώμα των ασθενών, ώστε  να μπορούν να κάνουν μια επιτυχημένη διάγνωση. Μέχρι τότε οι ιατροί στηρίζονταν στη μαρτυρία του εκάστοτε ασθενούς, στη στηθοσκόπηση και στην επίκρουση (ελαφρύ χτύπημα με το χέρι για να διαπιστωθεί η κατάσταση των οργάνων).

Το πρώτο διάστημα ο Ρέντγκεν δέχτηκε έντονη αρνητική κριτική, καθώς ένα μέρος της επιστημονικής κοινότητας τον χλεύαζε και οι υπόλοιποι διαστρέβλωναν την πραγματικότητα, πιστεύοντας πως οι νέες ακτίνες ήταν ένα είδος φωτογραφικής μηχανής που θα αντικαθιστούσε τις παλιές και θα φανέρωνε τα απόκρυφα σημεία του σώματος.

Η ακτινογραφία άργησε να χρησιμοποιηθεί στα νοσοκομεία της Ευρώπης και της Αμερικής, διότι δεν θεωρούνταν χρήσιμη από κάποιους επιφανείς χειρούργους. Τα πρώτα ακτινολογικά μηχανήματα κρύφτηκαν στα υπόγεια και στις σοφίτες των νοσοκομείων, ενώ οι πρώτοι ειδικοί γιατροί θεωρούνταν υποδεέστεροι των συναδέλφων τους.

Μετά από μία δεκαπενταετία πολλοί ακτινολόγοι άρχισαν να αρρωσταίνουν και να πεθαίνουν από καρκίνο. Ακολούθησαν έρευνες και διαπιστώθηκε πόσο επικίνδυνη για την υγεία ήταν η αθροιστική συσσώρευση της ακτινοβολίας στον ανθρώπινο οργανισμό.

science-inventor-and-hand

Γνωρίζατε ότι:

Αρχικά επικρατούσε η άποψη ότι η “Ακτίνες X” ‘ήταν ένα  «ηλεκτρομαγνητικό στριπτίζ» , ωθώντας μία αμερικάνικη βιομηχανία εσωρούχων να εισάγει στην αγορά εσώρουχα αδιαπέραστα στις ακτίνες. Το νέο εσώρουχο έκανε θραύση, καθώς πολλοί ήταν εκείνοι που πίστευαν πως κυκλοφορούσαν στην αγορά λαθραία γυαλιά που εξέπεμπαν τέτοιες ακτίνες.

 

Επιμέλεια: Ευτυχίδη Ρωξάνη

Πηγή: Πρωτοπαπαδάκης, Ι (2008), «Ποιος Γελάει Τώρα; Άγνωστες ιστορίες πίσω από εφευρέσεις που άλλαξαν τη ζωή μας», Αθήνα Παπασωτηρίου

 

Εφευρέσεις – Υποβρύχιο

220px-JohnPhilipHollandΥποβρύχιο

Κατασκευαστής του πρώτου υποβρυχίου ήταν ο Κορνέλιος Ντρέμπελ. Το εφεύρε το 1624 και το πλαίσιο του ήταν ξύλινο, με δερμάτινο περίβλημα και με δώδεκα κουπιά που προεξείχαν από τις σφραγισμένες μπουκαπόρτες του πλαισίου. Ειπώθηκε  ότι κατάφερε να μείνει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας περίπου για δύο ώρες, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι είχε καταφέρει να βρει τρόπο παροχής οξυγόνου (περίπου 150 χρόνια πριν την επίσημη ανακάληψη του). Το Ναυτικό όμως δεν έδειξε κάποιο ενθουσιασμό για την ανακάλυψή του και την απέρριψε.

Τον επόμενο αιώνα κατασκευάστηκαν διάφορα υποβρύχια για πολεμικούς σκοπούς, όμως το όνομα εκείνου που έμεινε στην ιστορία και σχετίζεται με την συγκεκριμένη ανακάλυψη είναι εκείνο του Τζον Χόλαντ, Ιρλανδός καθηγητής και υπέρμαχος της ανεξαρτησίας της Ιρλανδίας από την Αγγλία. Σκοπός του ήταν η κατασκευή μια νέας πολεμικής μηχανής για να εξολοθρέψει τον αγγλικό στόλο.

Ο «Τρελλός Χόλαντ», όπως τον αποκαλούσαν, είχε τη μανία να κατασκευάζει υποβρύχια από 17 χρονών. Το 1875 προσέγγισε το Αμερικάνικο Ναυτικό για να πουλήσει τα σχέδια του ενός αυτοπροωθούμενου υποβρυχίου, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Δεν απογοητεύτηκε όμως και συνέχισε τις προσπάθειες. Αργότερα δανείστηκε χρήματα και κατασκεύασε το πρώτο υποβρύχιο το «Holland I». Ήταν μονοθέσιο πειρατικό, όμως μόλις έπεσε στα νερά του πόταμού βούλιαξε. Κατάφερε να βγει σώος και αβλαβής, καταλαβαίνοντας ότι είχε κάνει λάθος υπολογισμούς, καθώς τα σχέδια του ήταν για αλμυρό και όχι για φρέσκο νερό. Στη συνέχεια το ανέσειρε από το πάτο και προσπάθησε ξανά. Επόμενός του στόχος ήταν η κατασκευή ενός βελτιωμένου και μεγαλύτερου μοντέλου. Εισέπραξε όμως ακόμη μία αρνητική απάντηση από το Ναυτικό και έτσι απευθύνθηκε στους συμπατριώτες του, οι οποίοι του έστειλαν 23.000 δολάρια, με την ελπίδα σύντομα να χτυπήσουν τα αγγλικά πλοία.

Ακολούθησε μεγάλη επιτυχία και αναγνώριση, καθώς το 1881 το νέο επιβλητικό «Holland I», με μονοκύλινδρη μηχανή εσωτερικής καύσης, με 10 μέτρα μήκος και δυνατότητα κατάδυσης, ανάδυσης και πλοήγησης είχε επιτέλους γεννηθεί! Ο Χόλαντ ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που έκανε υπερήφανος βόλτες με το «καμάρι» του στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, μέχρι τη στιγμή που ελλείψει περισκόπιου συγκρούστηκε με ένα πλοίο με αποτέλεσμα να πάθει μεγάλη ζημιά. Αργότερα, με ένα νέο βελτιωμένο μοντέλο, το «Holland VI», το Αμερικάνικο Ναυτικό που δεν μπορούσε πλεόν να αρνηθεί εξαγόρασε τα δικαιώματα έναντι 150.000 δολλαρίων (περίπου τα μισά από όσο είχε κοστίσει).

Ο Χόλαντ πολύ σωστά είχε προβλέψει ότι η συγκεκριμένη εφεύρεση θα ήταν σπουδαίο πολεμικό όπλο. Δυστυχώς όμως πέθανε το 1914, ενώ λίγους μήνες αργότερα ένα γερμανικό υποβρύχιο θα βύθισε το πρώτο βρετανικό πλοίο.

 

Γνωρίζατε ότι …

Ο Χόλαντ δεν κατέφερε ποτέ να βγάλει λεφτά από την εφεύρεσή του. Μετά το 1902 δεν επιχείρησε ξανά να κατασκευάσει άλλο υποβρύχιο, ενώ τα σχεδιά του πουλήθηκαν από το ναυτικό στην Μεγάλη Βρετανία, την Ολλανδία, τη Ρωσία και την Ιαπωνία.

Πέθανε απογοητευμένος και φτωχός, διότι το μεγάλο του όνειρο, η κατασκευή ενός ιπτέμενου μηχανήματος – τύπου ελικοπτέρου, απορρίθφηκε και χαρακτηρίστηκε ως άχρηστο και χωρίς καμία λειτουργική χρήση.

Επιμέλεια: Ευτυχίδη Ρωξάνη

Πηγή: Πρωτοπαπαδάκης, Ι (2008), «Ποιος Γελάει Τώρα; Άγνωστες ιστορίες πίσω από εφευρέσεις που άλλαξαν τη ζωή μας», Αθήνα Παπασωτηρίου

Εφευρέσεις – Η Τηλεόραση

 

Τηλεόραση

 Η-τηλεόραση-χάνει-κόσμο

     «Η τηλεόραση δεν πρόκειται να αντέξει σε καμία αγορά πάνω από έξι μήνες. Γρήγορα ο κόσμος θα βαρεθεί να κοιτάζει κάθε βράδυ ένα ξύλινο κουτί», δήλωσε κάποτε ένας διάσημος παραγωγός του Χόλιγουντ. Ήταν και αυτή μία από τις πολλές προβλέψεις που καταδίκαζαν το νέο μηχάνημα, που έκανε την εμφάνισή του την εποχή του μεσοπολέμου. Τελικά, οι προβλέψεις θα έπεφταν στο κενό και αυτό το ξύλινο κουτί κάποια στιγμή θα έμπαινε σε κάθε σπίτι.

Ο πρώτος άνθρωπος που έκανε δημόσια επίδειξη του φαινομένου της «ασύρματης παρακολούθησης» ήταν ο Τζον Μπέρντ, ο οποίος το 1926 μετέδωσε κινούμενες εικόνες μιας εγγαστρίμυθης κούκλας σε ένα κατάστημα της Βρετανίας. Ο κόσμος έκανε ουρά για να δει αυτές τις θολές εικόνες, οι οποίες σηματοδοτούσαν την αρχή μιας άλλης εποχής. Αν και το μηχανικό τηλεοπτικό του σύστημα σύντομα αντικαταστάθηκε από ηλεκτρονικά συστήματα(του Βλάντιμιρ Ζβορίκιν και του Φίλο Φάρνσγουορθ – αρκετοί θεωρούν τον καθένα από αυτούς ως εφευρέτη της σύγχρονης τηλεόρασης), εντούτοις η τηλεοπτική βιομηχανία ουσιαστικά ξεκίνησε από το Μπερντ.

Ο Μπερντ ήταν ένας φτωχός, ασθενικός και αποτυχημένος εφευρέτης και επιχειρηματίας, ο οποίος το 1923 διεκδίκησε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για ένα «σύστημα μετάδοσης ειδήσεων, πορτρέτων και σκηνών μέσω ασύρματης τηλεγραφίας». Η πρωτόγονη τηλεόραση του είχε φτιαχτεί στη σοφίτα όπου έμενε από παλιοσίδερα και κουτιά που βρήκε εκεί. Ήταν ένα συνονθύλευμα από φακούς, χαρτονένιους δίσκους και ηλεκτροκινητήρες που κολλούσαν μεταξύ τους με κερί, κόλλα και σπάγκο. Παραδόξως, το κατασκεύασμα αυτό λειτούργησε, αν και οι πρώτες τηλεοπτικές εικόνες ήταν πολύ κακής ποιότητας αφού χρησιμοποιούσαν μόνο 30 γραμμές σάρωσης – σε σχέση με τις 600 που χρησιμοποιούνται σήμερα.

Το 1925 ο Μπερντ χρησιμοποίησε στα πειράματά του τον βοηθό του, ο οποίος αρχικά τρόμαξε από το έντονο λευκό φως και απομακρύνθηκε από το πομπό. Αργότερα, όταν έλαβε μισή κορόνα παρέμεινε στη θέση του και τότε ο Σκοτσέζος εφευρέτης διέκρινε το κεφάλι του στην οθόνη. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που εμφανίστηκε στην τηλεόραση και ο οποίος έπρεπε να δωροδοκηθεί για να δεχτεί αυτή την τιμή!

Το 1928 ο Μπέρντ πραγματοποίησε την πρώτη υπερατλαντική τηλεοπτική μετάδοση, ενώ την ίδια χρονιά μετέδωσε την πρώτη έγχρωμη εικόνα. Εν τω μεταξύ, άρχισαν να κατασκευάζονται οι πρώτες εμπορικές τηλεοράσεις, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον κόσμο να εκτεθεί στο νέο μέσο. Με την αποφασιστικότητα και το πείσμα του κατάφερε να πείσει το BBC να χρησιμοποιήσει την κάμερα του και να ξεκινήσει πειραματικά προγράμματα.

Η κάμερα που είχε κατασκευάσει ήταν ένα τεράστιο, χοντροκομμένο μηχάνημα που βιδώνονταν στο έδαφος για να μην πέσει και επειδή το εσωτερικό θερμαίνονταν, χρειαζόταν συνεχώς παγωμένο νερό για την ψύξη του. Παρ’ όλα αυτά, έκανε τη δουλειά της, αν και πολλοί ήταν ιδιαίτερα επικριτικοί, αφού η εικόνα που έβλεπαν ήταν ένα θολό πράγμα που τρεμόπαιζε. Δυστυχώς για τον εφευρέτη, η επιτυχία δεν κράτησε πολύ, καθώς  το BBC ξεκίνησε πλήρες τηλεοπτικό πρόγραμμα και έκρινε ότι το μηχανικό του σύστημα είχε περιορισμένες δυνατότητες. Το σύστημά του αποσύρθηκε και υιοθετήθηκε το ηλεκτρονικό σύστημα του Ζβορίκιν. Η επιχείρηση του Σκοτσέζου εφευρέτη κατέρρευσε και ο ίδιος πέθανε μετά από εννέα χρόνια, φτωχός, πικραμένος και απογοητευμένος….

15679098_shutterstock_146059595.limghandler

Γνωρίζατε ότι:

Ο Τζον Μπερντ αρχικά ονόμασε το μηχάνημά του «televisor», το οποίο όμως – αν και πρωτάθηκαν διάφορα άλλα ονόματα όπως «audiovision», «telephonoscope», «farscope» – έγινε σύντομα «television».

Στα πρώτα βήματα η τηλεόραση απέκτησε πολλούς επικριτές, οι οποίοι θεωρούσαν ότι αυτό το «χαζοκούτι» δεν θα ενδιέφερε τον κόσμο. Χαρακτηριστικό ήταν το σχόλιο ενός συντάκτη βρετανικής εφημερίδας, που δήλωσε τότε: «Η μισή λέξη είναι ελληνική και η άλλη μισή λατινική. Τι μπορεί να περιμένει κανείς από αυτό».

 

Επιμέλεια: Ευτυχίδη Ρωξάνη

Πηγή: Πρωτοπαπαδάκης, Ι (2008), «Ποιος Γελάει Τώρα; Άγνωστες ιστορίες πίσω από εφευρέσεις που άλλαξαν τη ζωή μας», Αθήνα Παπασωτηρίου

Η Ιστορία των Εφευρέσεων – Τσίχλα

35344-200491085-001

Η τσίχλα υπήρχε από τα αρχαία χρόνια, έπρεπε όμως να φθάσουμε στον 19ο αιώνα για να αποφασίσει κάποιος να ασχοληθεί μαζί της. Αυτός ο φιλόδοξος εφευρέτης, όμως, δεν είχε σκοπό να την παράγει και να την διαθέσει στην αγορά, αλλά να την χρησιμοποιήσει ως πρώτη ύλη για να φτιάξει άλλα προϊόντα.

Στη δεκαετία του 1860, ο φωτογράφος Τόμας Άνταμς προσπαθούσε να κατασκευάσει κάθε είδους ελαστικά προϊόντα από μία κολλώδη ουσία προερχόμενη από ένα δέντρο που ευδοκιμούσε στο Μεξικό. Πειραματίστηκε με παιχνίδια, μάσκες, μπότες και λάστιχα για ποδήλατα, αλλά απέτυχε παταγωδώς σε όλες τις προσπάθειές του. Όταν όμως παρατήρησε ένα κοριτσάκι να αγοράζει τσίχλα, τότε κατάλαβε ότι χρόνια διέθετε έναν ανεκμετάλλευτο θησαυρό.

Ο Άνταμς είχε γνωρίσει τον εξόριστο δικτάτορα του Μεξικού, Αντόνιο Λόπεζ ντε Σάντα Άννα, ο οποίος του είχε προτείνει να κάνει πειράματα με ένα κολλώδες υλικό που του προμηθεύτηκε από το Μεξικό, για να φτιάξει ελαστικά για τροχούς. Του είχε πει ότι <<οι Μεξικανοί μασουλούσαν τσίχλα από παλιά, όμως κανείς δεν είχε συνειδητοποιήσει τις πραγματικές δυνατότητες του υλικού αυτού>>.

Έχοντας ήδη κάνει μερικές μικροεφευρέσεις , ο Άνταμς αποδέχτηκε την πρόταση του δικτάτορα και παρήγγειλε ένα τόνο από αυτό το υλικό. Με τη βοήθεια των γιων του, άρχισε να το βράζει και να το διυλίζει στη κουζίνα του σπιτιού του, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει ένα υποκατάστατο του καουτσούκ. Μετά από ένα χρόνο συνεχώς αποτυχιών, π εφευρέτης απογοητεύτηκε και αποφάσισε να πετάξει στο ποτάμι το υπόλοιπο υλικό που γέμιζε την αποθήκη του.

Πηγαίνοντας όμως μια μέρα στο φαρμακείο της γειτονιάς του, πρόσεξε ένα κοριτσάκι που αγόραζε μία τσίχλα έναντι ενός σεντ. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε αυτό που του είχε πει ο δικτάτορας για τους προγόνους του και τότε αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το απόθεμα που<< καθόταν>> στην αποθήκη για να φτιάξει τσίχλες. Όταν το κοριτσάκι έφυγε, ο Άνταμς ρώτησε τον ιδιοκτήτη από τι φτιαχνόταν αυτή η τσίχλα και αυτός του απάντησε <<από μαλακή παραφίνη με μέτρια όμως αποτελέσματα>>.

Μόλις γύρισε σπίτι, στρώθηκε με τα παιδιά του στη δουλειά, αφήνοντας το υλικό σε ζεστό νερό μέχρι να αποκτήσει στερεά μορφή και άσπρο γκρι χρώμα. Η πρώτη μοντέρνα τσίχλα είχε μόλις γεννηθεί. Αφού λοιπόν έφτιαξαν 200 στρογγυλές τσιχλίτσες τις διοχέτευσαν στο φαρμακείο, ενημερώνοντας τον ιδιοκτήτη να μην ανησυχεί διότι έχουν διάρκεια ζωής τρεις μήνες. Όμως, προς μεγάλη τους έκπληξη και ευχαρίστηση, όλες οι τσιχλίτσες εξαφανίστηκαν το ίδιο απόγευμα.

Ο Άνταμς μάζεψε 55 δολάρια, ότι είχε στην άκρη, και άρχισε την παραγωγή και διάθεση της τσίχλας. Το νέο προϊόν είχε άμεση επιτυχία και οι παραγγελίες διαδέχονταν η μία την άλλη, αναγκάζοντας τον δημιουργό τους να φτιάξει το πρώτο στο κόσμο εργοστάσιο παραγωγής τσίχλας. Ο Άνταμς είχε επιτέλους καταφέρει έστω και την ύστατη στιγμή να βρει μια χρήση για την ελαστική ουσία που είχε στην αποθήκη του!

Γνωρίζατε ότι…

Η τσίχλα δεν ήταν μια καινούργια ιδέα. Ήδη από τα αρχαία χρόνια , οι Έλληνες μασούλαγαν ένα είδος τσίχλας, τη μαστίχα, ενώ λίγο αργότερα οι Μάγιας μασουλούσαν μια ελαστική ουσία προερχόμενη από ένα δέντρο που ευδοκιμούσε στην περιοχή τους.

Γύρω στα 800 μΧ. οι Ινδιάνοι της Αμερικής είχαν τη δική τους τσίχλα, προερχόμενη από μία ουσία που έβγαζε το έλατο, η οποία όμως αργότερα αντικαταστάθηκε από τσίχλες εμπλουτισμένες με παραφίνη.

 

Επιμέλεια: Ευτυχίδη Ρωξάνη

Πηγή: Πρωτοπαπαδάκης, Ι (2008), «Ποιος Γελάει Τώρα; Άγνωστες ιστορίες πίσω από εφευρέσεις που άλλαξαν τη ζωή μας», Αθήνα Παπασωτηρίου

Η Ιστορία των Εφευρέσεων – Δυναμίτης

alfred-lab

Ο εφευρέτης της δυναμίτιδας, αλλά και άλλων εκρηκτικών υλών  που έμειναν στην ιστορία δεν ήταν άλλος από τον Σουηδό Άλφρεντ Νόμπελ , ο οποίος στο τέλος της ζωής του, σε μία προσπάθεια να αποκαταστήσει τη υστεροφημία του, εμπνεύστηκε τα βραβεία Νόμπελ.

Το 1863 ο Νόμπελ εργάζονταν ως αυτοδίδακτος χημικός στο εργοστάσιο του πατέρα του (εφευρέτης του μοντέρνου κόντρα πλακέ), όπου κατασκευάζονταν διάφορες μορφές εκρηκτικών, οι οποίες χρησιμοποιούνταν σε λατομεία και νταμάρια. Τα εκρηκτικά της εποχής, όπως η βαμβακοπυρίτιδα, ήταν ακρετά ασταθή, υποκινώντας έτσι τον νεαρό χημικό να πειραματιστεί με την νιτρογλυκερίνη, ένα υλικό που είχε σχετικά πρόσφατα ανακαλυφθεί.

Μαζί με τα άλλα τρία αδέρφια και τον πατέρα του, άρχισε να αναμιγνύει την νιτρογλυκερίνη με άλλες ουσίες προκειμένου να βρει ένα πιο σταθερό και αποτελεσματικό εκρηκτικό. Σε ένα από αυτά τα πειράματα έγινε μία έκρηξη, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του ο αδερφός του και αρκετοί υπάλλοιλοι. Η τραγωδία αυτή όμως δεν στάθηκε ικανή να κάμψει τις προσπάθειές του Νόμπελ, ο οποίος το 1867 ανακάλυψε ότι η αναμειξη νιτρογλυκερίνης με ένα είδος απορροφητικής σκόνης, δημιουργούσε ένα σκληρό εκρηκτικό, που θα μπορούσε εύκολα να τοποθετηθεί σε τρύπες για να διανοίξει βράχους και τσιμέντο.

Ο Νόμπελ αρχικά επέλεξε το όνομα «Nobel’s Safety Powder», πριν καταλήξει στο «Dynamite», από την ελληνική λέξη «δύναμη». Χαρη σε αυτή την εφεύρεση αλά και στην βαλλιστίδα (εκρηκτικού για την γόμωση των όλμων) λίγο αργότερα, οι Νόμπελ άνοιξαν δεκάδες εργοστάσια ανά τον κόσμο, προμηθεύοντας με εκρηκτικά κατασκευαστικές και μεταλλευτικές εταιρίες, καθώς και τον στρατό. Με όλες αυτές τις πρωτοβουλίες στον βιομηχανικό τομέα, αλλά και χάρη στις 355 ευρεσιτεχνίες του ο Νόμπελ κατάφερε να δημιουργήσει μία τεράστια περιουσία. Όταν ο αδερφός του, Λούντβιχ, πέθανε το 1888 από ανακοπή καρδιάς, μία ευρείας κυκλοφορίας γαλλική εφημερίδα δημοσίευσε κατά λάθος την είδηση θανάτου του Άλφρεντ Νόμπελ και όχι του άτυχου αδερφού του.  Στον εν λόγω επικήδειο αναφερόταν ο Άλφρεντ ως «βασιλιάς του δυναμίτη» και «έμπορος θανάτου».

Σοκαρισμένος με το πρόωρο της ανακοίνωσης του θανάτου του αλλά και με τον τρόπο που επέλεγε η ανθρωπότητα να τον θυμάται, ο Νόμπελ αποφάσισε να αποκαταστήσει τη υστεροφημία του, κληροδοτώντας το 1895 (ένα χρόνο πριν το πραγματικό θανατό του) την αμύθητη περιουσία του σε ένα ίδρυμα, για τη δημιουργία βραβείων, τα οποία θα έφεραν το όνομά του.

Το ίδρυμα αυτό θα απέμεινε κάθε χρόνο (στις 10 Δεκεμβρίου, επέτειο του θανάτου του εφευρέτη) πέντε βραβεία σε εκείνους που προσέφεραν τις σημαντικότερες υπηρεσίες τους στην αθρωπότητα και συγκεκριμένα στους τομείς της χημείας, της ιατρικής, της λογοτεχνίας, της φυσικής και της προαγωγής της ειρήνης μεταξύ των λαών.

 

Γνωρίζατε ότι…

Ο Νόμπελ ήταν ένας μοναχικός και σχετικά ασθενικός άνθρωπος. Ήταν αρκετά μετριόφρων και ντροπαλός, ενώ αφοσιώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στη διαχείριση των επιχειρήσεων του και στις μελέτες του.

Δεν παντρεύτηκε ποτέ, κάτι που ίσως α σχετίζεται με το γεγονός ότι δεν προέβλεψε βραβείο Νόμπελ για τα μαθηματικά! Ο λόγος ήταν ότι κάποτε έκανε πρόταση σε μία γυναίκα, η οποία τον απέρριψε προτιμώντας λενα διάσημο μαθηματικό. Πάντως, η ιστορία αυτή ελέγχεται για την αυθεντικότητά της.

Επιμέλεια: Ευτυχίδη Ρωξάνη

Πηγή: Πρωτοπαπαδάκης, Ι (2008), «Ποιος Γελάει Τώρα; Άγνωστες ιστορίες πίσω από εφευρέσεις που άλλαξαν τη ζωή μας», Αθήνα Παπασωτηρίου

Η Ιστορία των Εφευρέσεων – Πούλμαν

images
Στα μέσα του 19ου αιώνα, υπήρχε κάποιος που αποφάσισε να φτιάξει ένα πολυτελές μεταφορικό μέσο.
Η σκέψη ήταν σωστή, καθώς το διαρκώς αυξανόμενο σιδηροδρομικό δίκτυο, αλλά και η έλλεψη τρένων που θα πρόσφεραν ανέσεις στους επιβάτες, συνιστούσαν μία μεγάλη ευκαιρία. Ο ιδρυτής του πούλμαν άδραξε αυτή την ευκαιρία και ίδρυσε την ομώνυμη εταιρεία, η οποία όμως τα επόμενα χρόνια θα γνώριζε και τις δύο όψεις του νομίσματος.

Ο Τζόρτζ Πούλμαν, ο άνθρωπος που δημιούργησε τα «Pullman sleeping cars» (σιδηροδρομικά βαγόνια, στα οποία παρέχονταν όλες οι ανέσεις – σήμερα το όνομά του έχει ταυτιστεί με τα άνετα λεωφορεία και τα Pullman seats στα πλοία), γεννήθηκε το 1831 στη Νέα Υόρκη. Το 1859 μετακόμισε στο Σικάγο, όπου αν και είχε μία επιτυχημένη καριέρα ως κατασκευαστής κτιρίων, εντούτοις ύστερα από ένα κουραστικό ολονύχτιο ταξίδι, αποφάσισε να φτιάξει τα δικά του πολυτελή τρένα.

Η πρώτη προσπάθειά του απέτυχε αφού τα βαγόνια του ήταν αρκετά μεγάλα για τους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τις γέφυρες. Όμως, το 1865, κατάφερε να γίνει διάσημος σε όλη τη χώρα, όταν ένα από τα πολυτελή βαγόνια του ήταν προσαρτημένο στο τρένο που μετέφερε τη σωρό του Αβραάμ Λίνκολν. Δύο χρόνια αργότερα, σε ηλικία 36 ετών, ίδρυσε την «Pullman Palace Car Company», με αντικείμενο την παραγωγή πολυτελών βαγονιών προς μίσθωση σε σιδηροδρομικές εταιρίες.

Κάθε βαγόνι διέθετε σαλόνι όπου σερβίρονταν γκουρμέ φαγητά της ώρας, πολυελαίους, ηλεκτρικό φωτισμό, δερμάτινα καθίσματα και άνετα κρεβάτια. Καθώς το σιδηροδρομικό δίκτυο επεκτεινόνταν, ταυτόχρονα μεγάλωνε η επιθυμία τω ανθρώπων να ταξιδέψουν με ένα από τα πολυτελή αυτά βαγόνια, παρόλο που ήταν πέντε φορές πιο ακριβά από τα απλά τρένα.

Αργότερα, ο πάμπλουτος πια επιχειρηματίας αγόρασε μία τεράστια έκταση στο Σικάγο, όπου έχτισε για τους υπαλλήλους του μία πόλη – πρότυπο, που έφερε το όνομά του. Σε σύγκριση με άλλες εργατικές συνοικίες της περιοχής, η κοινότητα του ήταν σαφώς πιο αναβαθμισμένη, με ωραία σπίτια, πάρκα, με χώρους για περπάτημα και καθαρό περιβάλλον. Μέχρι το 1893 ο πληθυσμός της έφθασε τους 12000 από τους οποίους οι μισοί ήταν εργαζόμενοι και οι υπόλοιποι μέλη των οικογενειών τους.

Σύντομα όμως  διαπιστώθηκε ότι η πόλη Πούλμαν απείχε πολύ από το να ήταν πρότυπο. Όλη η εξουσία ήτα στα χέρια ενός ατόμου, του δημιουργού της, που κανόνιζε ποια βιβλία θα είχε η βιβλιοθήκη, ποια καταστήματα θα υπήρχαν, ποιες παραστάσεις θα παίζονταν στο θέατρο κτλ. Συν τοις άλλοις, το αλκοόλ απαγορευόταν, με αποτέλεσμα πολλοί να βγαίνουν κρυφά από την πόλη για να πιουν, ενώ είχαν προσληφθεί άτομα για να ενημερώνουν τον ιδρυτή για τυχόν ανάρμοστες συμπεριφορές.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν το 1894 όταν η κακή κατάσταση της οικονομίας ανάγκασε τον Πούλμαν να μειώσει τους μισθούς κατα 30%, χωρίς όμως να μειώσει το ενοίκιο (όλα τα σπίτια ενοικιάζονταν αφού απαγορεύονταν η αγορά τους). Όταν μία επιτροπή πήγε να τον συναντήσει, αυτός δεν τους δέχτηκε καν, ενώ την επόμενη μέρα τους απέλυσε. Οι εργάτες κήρυξαν απεργία, αποκλείοντας τις σιδηροδρομικές γραμμές και ουσιαστικά αποκόβοντας το Σικάγο.

Η κατάσταση εκτραχύνθηκε όταν η κυβέρνηση έστειλε στρατό, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν σοβαρές συμπλοκές που οδήγησαν στον θάνατο αρκετών εργατών. Μετά από πέντε ημέρες, ο στρατός επιβλήθηκε και η απεργία έληξε, όμως η αδιάλλακτη στάση του Πούλμαν είχε αμαυρώσει τη φήμη του. Σαν να μην έφταναν αυτά, η Πολιτεία τον μήνυσε για την οικονομική ασφυξία στην οποία είχε οδηγήσει τους εργαζομένους και του αφαίρεσε το δικαίωμα να νοικιάζει τη γη. Σύντομα, η εικόνα της πόλης άλλαξε, αφού πολλοί αγόρασαν τα σπίτια και τα ανακαίνισαν για να μην μοιάζουν με τα υπόλοιπα.

Ο Τζορτζ Πούλμαν πέθανε απογοητευμένος το 1897 και υπό το φόβο βεβήλωσης, ετάφη νύχτα και σε βάθος τριών μέτρων, ενώ το φέρετρο του καλύφθηκε με άσφαλτο και με οχτώ πελώριες σιδηρόβεργες. Λίγα χρόνια αργότερα, η διάδοση του αυτοκινήτου θα περιόριζε σιγά σιγά την ανάγκη για μετακινήσεις με τρένο, ωθώντας σε οικονομικό μαρασμό την επιχείρησή του, η οποία τελικά έκλεισε το 1957.

 

Επιμέλεια: Ευτυχίδη Ρωξάνη

Πηγή: Πρωτοπαπαδάκης, Ι (2008), «Ποιος Γελάει Τώρα; Άγνωστες ιστορίες πίσω από εφευρέσεις που άλλαξαν τη ζωή μας», Αθήνα Παπασωτηρίου